|
Μείωση παραγωγής
Όπως
γράφει στο σχετικό
δημοσίευμα το
Money
Review,
σε ό,τι αφορά την
επίπτωση στη
γαλακτοβιομηχανία από
την ευλογιά, αν και η
γενική εικόνα είναι
καλή, δεν ισχύει το ίδιο
σε τοπικό επίπεδο, καθώς
έχουν υποστεί σημαντικές
ζημίες τυροκομικές
επιχειρήσεις μικρού αλλά
και μεσαίου μεγέθους
στην περιοχή της Θράκης
και της Θεσσαλίας, ενώ
σοβαρές είναι και οι
συνέπειες για μεγάλες
επιχειρήσεις της Βόρειας
Ελλάδας με σημαντική
παρουσία στη φέτα, οι
οποίες έχουν τη ζώνη
γάλακτος σε νομούς της
Κεντρικής Μακεδονίας.
Σύμφωνα
με τα τελευταία
διαθέσιμα στοιχεία του
ΕΛΓΟ Δήμητρα, οι
παραδόσεις πρόβειου
γάλακτος το 11μηνο
Ιανουαρίου – Νοεμβρίου
2025 στην περιοχή της
Θράκης έχουν μειωθεί
δραστικά σε σύγκριση με
το αντίστοιχο διάστημα
του 2024. Στον νομό
Εβρου η μείωση των
παραδόσεων πρόβειου
γάλακτος υπερβαίνει το
54%, στον νομό Ξάνθης
ξεπερνάει το 41%, ενώ
στον νομό Ροδόπης
αγγίζει το 20%. Στους
νομούς που καταγράφουν
βαριές απώλειες
συμπεριλαμβάνεται και η
Καβάλα, με τις
παραδόσεις πρόβειου
γάλακτος να έχουν
μειωθεί στο εξεταζόμενο
ενδεκάμηνο περίπου κατά
35%. Συνολικά η
Περιφέρεια Ανατολικής
Μακεδονίας – Θράκης
καταγράφει απώλειες στις
παραδόσεις πρόβειου
γάλακτος της τάξης του
26,5% ή περίπου 8.770
τόνων. Υπενθυμίζεται ότι
η εν λόγω περιφέρεια
είναι από τις πλέον
πληγείσες από την
ευλογιά, μετρώντας από
τον Αύγουστο του 2024
έως σήμερα 636
επιβεβαιωμένα κρούσματα
με βάση τα επίσημα
στοιχεία του υπουργείου
Γεωργίας σε 776
εκτροφές.
Η
κατάσταση είναι
ανησυχητική και σε
νομούς της Κεντρικής
Μακεδονίας που
τροφοδοτούν μεγάλες
γαλακτοβιομηχανίες της
περιοχής, με το
μεγαλύτερο πρόβλημα να
εντοπίζεται στη
Θεσσαλονίκη και στις
Σέρρες. Οι παραδόσεις
πρόβειου γάλακτος στη
Θεσσαλονίκη ήταν
μειωμένες κατά 2% στο
11μηνο και στις Σέρρες
κατά 1,4%.
Από τους
νομούς στους οποίους
έχει καταγραφεί
σημαντική μείωση των
παραδόσεων γάλακτος
είναι ο νομός Μαγνησίας,
με τη μείωση στο 11μηνο
να διαμορφώνεται περίπου
σε 8%, ενώ στη Λάρισα με
το ρεκόρ κρουσμάτων (250
μέχρι σήμερα σε 357
εκτροφές) η μείωση των
παραδόσεων είναι πολύ
μικρότερη (1,45%). Πώς
εξηγείται αυτό; Μια
ερμηνεία, σύμφωνα με
γνώστες του
γαλακτοκομικού και
κτηνοτροφικού κλάδου,
είναι ότι αρκετά από τα
πρόβατα που έχουν
θανατωθεί στην περιοχή
–και σε άλλες– ήταν
κυρίως για
κρεατοπαραγωγή, οπότε
δεν επηρεάστηκαν οι
παραδόσεις πρόβειου
γάλακτος. Επισημαίνουν,
όμως, και κάτι άλλο: δεν
είναι λίγες εκείνες οι
περιπτώσεις εκτροφών
στις οποίες παρά τη
θανάτωση εκατοντάδων
ζώων –συνολικά από τον
Αύγουστο του 2024 μέχρι
σήμερα έχουν θανατωθεί
σε όλη την Ελλάδα
472.928 αιγοπρόβατα–
έγινε γρήγορα εισαγωγή
νέου ζωικού κεφαλαίου
από το εξωτερικό. Με
βάση τα επίσημα
στοιχεία, το 2025
εισήχθησαν στην Ελλάδα
ζώντα αιγοπρόβατα
συνολικής αξίας 3,93
εκατ. ευρώ. Αυτές,
ωστόσο, πρόκειται μόνο
για τις επίσημες
εισαγωγές.
Συνολικά
σε όλη τη χώρα οι
παραδόσεις πρόβειου
γάλακτος στο ενδεκάμηνο
Ιανουαρίου – Νοεμβρίου
2025 είναι σχεδόν στα
ίδια επίπεδα με αυτές
του αντίστοιχου
διαστήματος του 2024,
καθώς πέραν όσων
προαναφέρθηκαν,
καταγράφηκαν αυξημένες
παραδόσεις σε άλλες
περιοχές, όπως στην
Κρήτη, στη Δυτική,
Ελλάδα, στην Ηπειρο και
την Πελοπόννησο.
Η φέτα
Την ίδια
ώρα, το πλέον εξαγώγιμο
προϊόν της ελληνικής
γαλακτοβιομηχανίας, η
φέτα, βρίσκεται
αντιμέτωπο με δύο ακόμη
προκλήσεις: το ολοένα
και πιο περίπλοκο
διεθνές τοπίο, όπως αυτό
διαμορφώνεται από τον
εμπορικό πόλεμο των ΗΠΑ,
μέχρι την κάμψη της
ζήτησης σε χώρες –
«κλειδιά».
Με βάση
τα μέχρι τώρα διαθέσιμα
στοιχεία, στο εννεάμηνο
Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου
2025 καταγράφεται μείωση
των εξαγωγών φέτας κατά
6,59% προς τις ΗΠΑ, σε
σύγκριση με το
αντίστοιχο διάστημα του
2024, μείωση η οποία
αποδίδεται στις νέες
δασμολογικές
επιβαρύνσεις που επέβαλε
η κυβέρνηση Τραμπ. Η
μείωση στις εξαγόμενες
ποσότητες είναι της
τάξης του 4,75%.
Μείωση
των εξαγωγών κατά 2,52%
σε αξία, καταγράφηκε και
στη μεγαλύτερη αγορά για
την ελληνική φέτα, που
δεν είναι άλλη από τη
γερμανική, ενώ μείωση,
αν και μικρότερη,
καταγράφηκε και στις
εξαγόμενες ποσότητες. Η
εξέλιξη αυτή αποδίδεται
από τις επιχειρήσεις του
κλάδου στην πίεση που
δέχονται από τις
γερμανικές λιανεμπορικές
αλυσίδες για μείωση των
τιμών, ειδικά μάλιστα
καθώς οι εν λόγω
αλυσίδες στηρίζουν πολύ
μεγάλο μέρος των
πωλήσεών τους στα
προϊόντα ιδιωτικής
ετικέτας.
Πίνουμε 5,5 λίτρα
λιγότερο γάλα τον μήνα
Η
διαφοροποίηση σε
προϊόντα σε συνδυασμό με
τον ανταγωνισμό στις
τιμές εκτιμάται ότι
μπορούν να ωθήσουν σε
ανάκαμψη ή τουλάχιστον
σε σταθερότητα την
εγχώρια αγορά
γαλακτοκομικών
προϊόντων, η οποία στην
πραγματικότητα
χαρακτηρίζεται από
ολοένα και μειούμενη
κατανάλωση. Ακόμη δε και
σε κατηγορίες που
υπάρχει δυναμική, όπως
είναι αυτή του
γιαουρτιού, οι
καταναλωτές στρέφονται
ολοένα και περισσότερο
σε οικονομικότερες
λύσεις, όπως είναι τα
προϊόντα ιδιωτικής
ετικέτας.
Αποκαλυπτική για τις
τάσεις της κατανάλωσης
είναι η σύγκριση των
στοιχείων της Ελληνικής
Στατιστικής Αρχής
(ΕΛΣΤΑΤ) από τις έρευνες
οικογενειακών
προϋπολογισμών. Ετσι,
ενώ το 2004 η μέση
μηνιαία κατανάλωση
γάλακτος ανά νοικοκυριό
ήταν 13,75 λίτρα, το
2008 είχε μειωθεί σε
12,95 λίτρα, ενώ πλέον
το 2024 ήταν μόλις 8,48
λίτρα. Με απλά λόγια,
μέσα σε 20 χρόνια έχουμε
μείωση της κατανάλωσης
γάλακτος στα ελληνικά
νοικοκυριά της τάξης του
38%. Πρόκειται για
εξέλιξη που σχετίζεται
σε μεγάλο βαθμό με τη
μείωση των γεννήσεων και
τη γήρανση του
πληθυσμού, καθώς τα
νοικοκυριά με παιδιά
είναι αυτά που κατά
κανόνα έχουν τη
μεγαλύτερη κατανάλωση
γάλακτος.
Μείωση
της κατανάλωσης
καταγράφεται επίσης στο
τυρί και το γιαούρτι, αν
και ηπιότερη. Ετσι, η
κατανάλωση τυριών το
2004 ήταν 3,5 κιλά ανά
νοικοκυριό, ενώ το 2024
είχε διαμορφωθεί σε 2,36
κιλά, μείωση δηλαδή 32%.
Η μέση μηνιαία
κατανάλωση γιαουρτιού
ανά νοικοκυριό το 2004
ήταν 1,88 κιλά, ενώ το
2024 διαμορφώθηκε σε
1,86 κιλά.
Με βάση
τα παραπάνω, αλλά και με
δεδομένο το μικρό
μέγεθος της εγχώριας
αγοράς, το «παιχνίδι»
για τις ελληνικές
γαλακτοβιομηχανίες θα
γίνει κυρίως εκτός
συνόρων, με σημεία
αιχμής βεβαίως τη φέτα
και το γιαούρτι, αλλά
και με έντονη πλέον την
ανάγκη για τοποθέτηση
στις ξένες αγορές και
άλλων προϊόντων, όπως
είναι το ξινόγαλο, το
κεφίρ, αλλά και άλλα
τυριά ΠΟΠ. Πρόκειται για
προϊόντα υψηλής
προστιθέμενης αξίας είτε
λόγω της πλούσιας γεύσης
τους είτε λόγω της
υψηλής περιεκτικότητάς
τους σε πρωτεΐνη και
χαμηλής σε λιπαρά.
|